μερδικό

μερδικό
το часть, доля; порция;

παίρνω το μερδικό μου — брать свою долю (имущества и т. п.);

τό παίρνω στο μερδικό μου — мне, на мою долю досталось;

στο μερδικό μου έπεσαν εκατό δραχμές — на мою долю пришлось сто драхм


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "μερδικό" в других словарях:

  • μερδικό — το (Μ μερδικό και μερδικόν) βλ. μερτικό …   Dictionary of Greek

  • μερδικό — το το μερίδιο, το μερτικό (βλ. λ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μερτικό — και μερδικό, το (Μ μερτικό[ν] και μερδικό[ν] και ἐμερτικόν και μεριδικόν) 1. αυτό που αναλογεί σε κάποιον από μοιρασιά ή κληρονομιά, μερίδιο («πήρε το μερτικό του από την κληρονομιά και τό πούλησε σε ξένους») 2. ίση ή ανάλογη μερίδα, τμήμα,… …   Dictionary of Greek

  • απόμοιρα — ἀπόμοιρα, η (Α) μερίδιο. [ΕΤΥΜΟΛ. < απο * + μοίρα (< μείρομαι) «μερίδιο, μερδικό»] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»